αἰγίλωψ

αἰγίλωψ, -ωπος
Grammatical information: m.
Meaning: `kind of oak' (Thphr.), also `haver-grass' (Thphr.); also `ulcer in the eye, lacrymal fistula' for which see ἀγχίλωψ. For the meaning s. Strömberg Pflanzennamen 87.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: As name of an oak derived from *aig- Pok. 13 (seen in αἰγανέη and αἴγειρος?). Kretschmer Glotta 3, 335 connected -λωψ with λώπη `cork' (cf. λώψ χλαμύς H.) adducing Pliny (Hist. nat. 16, 6, 13): aegilops fert pannos arentes ... non in cortice modo, verum et e ramis dependentes. The whole rather doubtful. - Strömberg Pflanzennamen 137 derives αἰγίλωψ in the second meaning from αἴγιλος `haver-grass' (Theoc.), which is certainly correct.
Page in Frisk: 1,31-32

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αιγίλωψ — (aegilops). Επιστημονική ονομασία γένους μονοετών ποωδών φυτών της οικογένειας των αγρωστωδών. Είναι χρήσιμα φυτά, γιατί αποτελούν ζωοτροφή. Από τα 15 είδη του γένους τα 9 ανήκουν στην ελληνική χλωρίδα. Τα κυριότερα από τα ελληνικά είδη είναι ο α …   Dictionary of Greek

  • βελανιδιά — Γένος φυτών της οικογένειας των φηγιδών (δικοτυλήδονα) με περίπου 200 είδη μεγάλης σημασίας για τη δασική οικονομία των χωρών του βορείου ημισφαιρίου. Η β., που επιστημονικά ονομάζεται δρυς, είναι γνωστή σε πολλά είδη και ποικιλίες. Κάθε είδος… …   Dictionary of Greek

  • aig-2 —     aig 2     English meaning: oak     Deutsche Übersetzung: “Eiche”     Material: Gk. αἰγίλωψ “ an oaken kind “ (see under), presumably also κράτ αιγος, κρατ αιγών “ an uncertain type of tree “ (possibly “hard oak”). The outcome from αἰγίλωψ… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • овес — род. п. овса, укр. овес, род. п. вiвса, вiвсюг овсюг , блр. овсюк, др. русск. овьсъ, болг. овес, сербохорв. о̀вас, род. п. овса, словен. oves, род. п. ovsa, чеш. оvеs, слвц. оvоs, польск. owies, в. луж. wows, н. луж. hows. Родственно лит. avižà… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • egilope — (Del gr. aigilops < aigilos, hierba de que se alimentan las cabras + ops, cara, aspecto.) ► sustantivo femenino 1 BOTÁNICA Especie de avena, parecida a la ballueca, pero más alta y con más flores. SINÓNIMO [trigo montesino] 2 BOTÁNICA… …   Enciclopedia Universal

  • egílope — (Del gr. aigilops < aigilos, hierba de que se alimentan las cabras + ops, cara, aspecto.) ► sustantivo femenino 1 BOTÁNICA Especie de avena, parecida a la ballueca, pero más alta y con más flores. SINÓNIMO [trigo montesino] 2 BOTÁNICA… …   Enciclopedia Universal

  • ESCULUS — Graece αἰγίλωψ, non πλατύφυλλος, ut nonnulli volunt, arbor Iovi olim sacra. Virg. Georg. l. 2. v. 14. Pars autem posito surgunt de semine, ut altae Castaneae, nemorumque Iovi quae maxima frondet Esculus A proceritate, firmitate, et diuturnitate… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • FAGUS — arboris genus glandiferae, sicut robur, quercus et aesculus, cum qua postrema candem illam esse sciscunt Grammatici, quod fagum ἀπὸ τοῦ φαγεῖν dictam autumant, ut aesulum sive esculum ab esca, quod harum glande primi mortales victitarint: cum tum …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αγχίλωψ — ἀγχίλωψ, ( ωπος), ο (Α) αυτός που έχει απόστημα κοντά στην κόχη τού ματιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄγχι + ὤψ, σύμφωνα με τον Γαληνό το «λ» θεωρείται ότι προήλθε από επίδραση τού συνώνυμου αἰγίλωψ πάντως το α΄ συνθ. τής λ. είναι μάλλον το ἄγχω] …   Dictionary of Greek

  • αιγίδα — (αιγίς). Κατά την αρχαιότητα, η λέξη υποδήλωνε οποιοδήποτε επιθετικό ή αμυντικό όπλο των θεών και κυρίως του Δία και της Αθηνάς. Ως επιθετικό όπλο σήμαινε το σύννεφο της θύελλας που εξαπέλυε τις αστραπές και περιέκλειε την έννοια της καταιγίδας,… …   Dictionary of Greek

  • αιγανέη — αἰγανέη, η (Α) λόγχη κυνηγετική, ακόντιο (τής ομηρικής εποχης)· [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθ. παράγωγο ενός τ. *αἴγ ανον, δηλωτικού κάποιου «ριπτομένου οργάνου, ακοντίου» (πρβλ. δρέπ ανον, φάσγ ανον κ.τ.ό.), από την ΙΕ ρίζα *aiĝ («κινούμαι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.